TALC_LOGOsmall.png

ENNEA IΣTOPIEΣ

της Isobel Wohl

με αφορμή το Azimuth and Elevation

της Christina Mamakos

 

 

 8/9 - 8/10  2021

Θα πω λοιπόν τρεις τουλάχιστον ιστορίες, όλες αληθινές, αφού καμία

από τις τρεις δεν αναιρεί τις άλλες.

Αν και αποτελούν μία ιστορία, θα μπορούσαν να γίνουν χίλιες και μία,

και εμένα να μου δoθούν χίλιες και μία νύχτες.

 

Κλαρίσε Λισπέκτορ, «Η Πέμπτη Ιστορία»

1

Βλέπω ένα βιολί, είπε η μία από τις δύο γυναίκες.

 

Αποκλείεται, είπε η άλλη. Ένα δέντρο ίσως.

Έδειξε προς τα πάνω και σχημάτισε μια γραμμή με το δάχτυλό της.

Δες, είπε, να ο κορμός.

 

Κοίτα, αν θέλεις να είσαι τόσο ακριβής, είπε η πρώτη, είναι απλώς νερό.

Παγωμένο νερό ή σταγονίδια ή συμπύκνωση.

 

Το παγωμένο νερό είναι πάγος, είπε η άλλη.

 

Αυτό εννοώ.

 

Οι δύο γυναίκες συνέχισαν να κοιτούν. Το σύννεφο συνέχιζε να κινείται και να αλλάζει. Το έβλεπαν κάπου να φουσκώνει και κάπου να συρρικνώνεται, να εμφανίζονται και να χάνονται κοιλάδες και κορυφές, να γίνεται πιο αφράτο εδώ και πιο πυκνό πιο κει, να περιστρέφεται και να επεκτείνεται, να γίνεται γκρι και άσπρο και βουτυρένιο. Έβαλε κρύο. Η πρώτη γυναίκα φόρεσε ένα σακάκι. Η άλλη είπε πως το σύννεφο έμοιαζε με ένα πιάνο, ένα παιδικό κάστρο, ένα μπάλωμα από μαργαρίτες, με το έργο ενός τρελού επιστήμονα, ένα ζιγκουράτ, μια γενειάδα, το σπίτι ενός αγγέλου, το πιο νέο τηλεσκόπιο, μια προειδοποίηση, ένα μακρινό χωριό, ένα ζεστό μπάνιο, ένα γκνου, ένα αγριόχοιρο, ένα σκύλο, ένα όνειρο, ένα γάιδαρο, μια οροσειρά, κάποια μεταμέλεια, ένα κουκουνάρι, μια σφαίρα, μια πόλη σε μικρογραφία, ένα σχέδιο για το μέλλον, φόρους, ένα τσαλακωμένο κομμάτι χαρτί, ένα ιστιοφόρο, μία θάλασσα, ένα λάθος, μια φωτιά.

 

Εν τω μεταξύ το σύννεφο όλο άλλαζε.

 

2

Τα έργα της Christina Mamakos εξελίσσονται αργά, μέσω μιας επαναλαμβανόμενης διαδικασίας η οποία περιλαμβάνει σχέδιο, σκανάρισμα, αλλοίωση, διαγραφή και εκτύπωση. Κινούμενη μεταξύ περιγραφής και χειρονομίας - σημείων που προορίζονται να αναπαραστήσουν τον κόσμο, και απτικών παρεμβάσεων εντός αυτής της επιχειρούμενης αναπαράστασης - διερευνά τη γλώσσα, την αντίληψη και την ουμανιστική επιθυμία να μετρηθεί και να αρθρωθεί το σύμπαν. Σε έναν κύκλο θεώρησης και αναθεώρησης, δημιουργεί και γεφυρώνει αποστάσεις μεταξύ κατανόησης και έκφρασης, αμφισβητώντας τον τρόπο με τον οποίο προσπαθούμε να διεκδικήσουμε μια θέση απέναντι στην υλική πραγματικότητα, λες και εμείς οι ίδιοι είμαστε οτιδήποτε άλλο από υλική πραγματικότητα. Ό,τι είναι εγκεφαλικό είναι και σωματικό, τόσο εξ ορισμού, όσο και στο το τι συμβαίνει πριν τη νόηση, με σάρκα και οστά και φαιά ουσία. Η Mamakos αναρωτιέται όχι μόνο για το πού στεκόμαστε σε σχέση με το περιβάλλον μας, αλλά και για το πώς ξέρουμε το πού και το τι είμαστε ώστε να μπορούμε να σταθούμε απέναντι σε οτιδήποτε.

 

3

Ένα σύννεφο συγκεντρώθηκε κάτω από τα χέρια της, στα σημάδια του χρώματος της σκουριάς. Ένας υπολογιστής το διάβασε, το μετέτρεψε σε πληροφορία. Η καλλιτέχνιδα άγγιξε αυτή την εικόνα για να την επεξεργαστεί, μια σταγόνα βροχής, μια μουτζούρα, μια υπόνοια ατμού. Τύπωσε τη νέα εικόνα σε νέες επιφάνειες, άγγιξε το νέο της σχήμα και υφή. Την ξαναδιάβασε, έκανε ρετούς, τη μετονόμασε, την επανεκτύπωσε, την ξαναέγραψε. Τα έκανε όλα αυτά πολλές φορές και έφερε τη δουλειά της στο TalcStudio. Το φως πέρασε από το παράθυρο και γλίστρησε στις επιφάνειες. 

 

Εσύ ήρθες για να δεις.

 

Τι είναι αυτό που τώρα συσσωρεύεται στο ατσάλι, στη λεία πλαστική μεμβράνη;

 

4

Όταν δεν γνωρίζω για κάτι, το ψάχνω στο Google. Μια αναζήτηση μου λέει πως το «αζιμούθιο» σημαίνει «η κατεύθυνση ενός ουράνιου αντικειμένου ως προς τον παρατηρητή, που εκφράζεται ως η γωνιακή απόσταση από το βόρειο ή το νότιο σημείο του ορίζοντα στο σημείο στο οποίο ένας νοητός κάθετος κύκλος, που διέρχεται από το αντικείμενο, τέμνει τον ορίζοντα». Η «ανύψωση» είναι «η ενέργεια ή το γεγονός του να ανυψώνεις ή να ανυψώνεσαι», αλλά και «ύψος πάνω από ένα δεδομένο επίπεδο, ειδικότερα το επίπεδο της θάλασσας». Η Google μου λέει ότι αυτοί οι ορισμοί προέρχονται από το Oxford Languages.

Έτσι, εάν γνωρίζεις το αζιμούθιο και την ανύψωση ενός ουράνιου αντικειμένου, γνωρίζεις την ακριβή του θέση: στο οριζόντιο επίπεδο, τη γωνία του σε σχέση με τα σημεία της πυξίδας και στο κατακόρυφο, πόσο ψηλά είναι. Στην ουσία μπορείς να χαράξεις μια πορεία από το σώμα σου προς οποιοδήποτε άστρο.

 

5

Ένα δάχτυλο δείχνει προς τον ουρανό και καθώς χαμηλώνει, αιωρείται πάνω από ένα πλήκτρο του λάπτοπ.

 

6

Χθες έβρεξε καταρρακτωδώς. Μια γυναίκα είχε μόλις γυρίσει σπίτι και άδειαζε τη βαλίτσα της, ελέγχοντας αν τα ρούχα της ήταν ακόμα τέλεια διπλωμένα, διορθώνοντας τις πτυχώσεις σε όσα είχαν χαλαρώσει από το ταξίδι, βάζοντας τα πάντα στη θέση τους. Το δωμάτιο είχε ένα μικρό ξύλινο γραφείο. Διάλεξε ένα συρτάρι για τα πουκάμισα και ένα συρτάρι για τα εσώρουχα και ένα συρτάρι για τα παντελόνια και ένα συρτάρι για όλα τ’ άλλα. Ενώ υπολόγιζε όλ’ αυτά η βροχή σφυροκοπούσε και άστραφτε. Άπλωσε ένα πουκάμισο στο κρεβάτι και δίπλωσε τα μανίκια προς το σώμα του, που ήταν το μέτρο του δικού της.

 

7

Τα μάτια σου κάνουν μικρές, απότομες κινήσεις μεταξύ σημείων εστίασης. Αυτές ονομάζονται σακκαδικές κινήσεις. Οι σακκαδικές κινήσεις δεν αφομοιώνουν μια σκηνή. Οι σακκαδικές κινήσεις δεν συνταιριάζουν τίποτα για σένα. Με βάση αυτές τις σύντομες ματιές, ο εγκέφαλός σου σχηματίζει μια εικόνα έτσι ώστε να μπορείς να πεις στον εαυτό σου τι είναι αυτό που βλέπεις.

Καθώς διαβάζεις αυτό το κείμενο, τα μάτια σου κινούνται μπρος και πίσω, κάτω και πάνω· προσπερνούν λέξεις και επιστρέφουν για να τις ανακτήσουν ή όχι, και το μυαλό σου προσπαθεί να διακρίνει τις διαφορές. Η ματιά σου περιφέρεται και ξαναδιαβάζει. Μικρές αποστάσεις γράφονται στη διαδικασία της ανάγνωσης. Σύννεφα μαζεύονται. Αρχίζεις να καταλαβαίνεις, με το οποίο εννοώ πως αρχίζεις να συγκεντρώνεις ό, τι είναι να πάρεις από αυτό.

 

8

Το φως γλιστράει πάνω στην κρεμασμένη πλαστική μεμβράνη και μέσα στις πτυχές του συντελείται μια καταιγίδα. Βλέπω την καταιγίδα, και πάνω της, τυπωμένη, βλέπω μια συμπύκνωση, μια μουτζούρα, μια υπόνοια ατμού, μια ερώτηση, ένα σχέδιο, φωτιά.

 

9

Ξύπνιοι καταμεσής στο ό,τι μπορεί να σημαίνει η νύχτα, μοναχικοί αστροναύτες μετράνε πρόβατα.

 

 

><

 

 

NINE STORIES

by Isobel Wohl

on Christina Mamakos’s

Azimuth and Elevation

 

 

So I shall tell at least three stories, all of them true, because

none of the three will contradict the others.

Although they constitute one story, they could become a thousand and one, 

were I to be granted a thousand and one nights.

 

Clarice Lispector, “The Fifth Story”

1

I see a violin, said one of the two women.

 

Absolutely not, said the other. Maybe a tree.

She pointed upwards and traced a line with her finger.

See, she said, there’s the trunk.

 

Well, if you want to be particular about it, said the first one, it’s only water.

Frozen water, or  droplets, or condensation. 

 

Frozen water is ice, said the other. 

 

That’s what I mean. 

 

The two women kept looking. The cloud continued to move and to change. They watched it swell in some places and shrink in others, gain and lose valleys and peaks, become wispier here and thicker there, rotate and expand, go gray and white and butter-yellow. It grew cold. The first woman put a jacket on. The other said the cloud looked like a piano, a toy castle, a patch of daisies, the work of a mad scientist, a ziggurat, a beard, an angel’s home, the latest telescope, a warning, a distant village, a warm bath, a wildebeest, a boar, a dog, a dream, a donkey, a mountain range, a regret, a pinecone, a bullet, a city in miniature, a plan for the future, taxes, a crumpled piece of paper, a sailboat, a sea, a mistake, a fire. 

 

All the while the cloud was shifting.

 

2

Christina Mamakos’s works evolve slowly, through an iterative process that includes drawing, scanning, alteration, erasure, and print. By moving between descriptive and gestural modes—signs intended to represent the world, and haptic interventions into this attempted representation—she explores language, perception, and the humanist desire to measure and articulate the universe. In a cycle of vision and revision, she creates and bridges distances between comprehension and expression, questioning the way in which we try to stake out a position relative to material reality, as if we ourselves were anything other than material reality. What is cerebral is bodily, both by force of definition and in what happens before intellection, in flesh and bone and gray matter. Mamakos asks not only how we address our environment, but how we know where and what we are so as to address anything at all.

 

3

A cloud gathered under her hands in marks the color of rust. A computer read it, remade it as information. The artist touched this image to make an edit, a raindrop, a smudge, a suggestion of vapor. She printed the new image on new surfaces, laid her hands on its new shape and texture. She reread, retouched, renamed, reprinted, rewrote it. She did all this many times, and then she brought her work to TalcStudio. Light came through the window and slid across its surface. You came to see. 

What gathers now in steel, in slick plastic?

 

4

When I don’t know something I look it up on Google. A search tells me that “azimuth” means “the direction of a celestial object from the observer, expressed as the angular distance from the north or south point of the horizon to the point at which a vertical circle passing through the object intersects the horizon.” “Elevation” is “the action or fact of elevating or being elevated,” but also “height above a given level, especially sea level.” Google tells me these definitions are from Oxford Languages.

So if you know the azimuth and elevation of a celestial object, you know its exact location: on the horizontal plane, its angle in relation to the compass points, and on the vertical, how high up it is. In principle, you can chart a course from your body to any star.

 

5

A finger points skyward and then is lowered, hovers over a laptop key.

 

6

Yesterday it poured. A woman had returned home and was unpacking her suitcase, checking that her garments were still neatly folded, remaking the folds where travel had loosened them, putting the items away. The room had a little wooden bureau. She chose a drawer for shirts and a drawer for undergarments and a drawer for trousers and a drawer for everything else. As she was making these calculations rain began to drum the earth, and lightning flashed. She laid a shirt flat on the bed and folded its arms in towards its body, which was the measure of her own.

 

7

Your eyes make short, fast movements between points of still focus. These movements are called saccades. A saccade does not take in a scene. A saccade puts nothing together for you. On the basis of these dashes of sight, your brain shapes an image so that you can tell yourself what you’re seeing. 

As you read this text, your eyes move forward and back, down and up; they skip words and go back to retrieve them or don’t, and your mind tries to make up the difference. Your gaze roams and reads again. Small distances are written into the process of your reading. Clouds gather. You start to understand, by which I mean you start to glean whatever you will take away from this.  

 

8

Light slides across draped plastic and in its folds a storm occurs. I see the storm, and on it, printed, I see condensation, a smudge, a suggestion of vapor, a question, a plan, fire.

 

9

Awake in the middle of whatever night means, lonely astronauts count sheep.

all photographs on this website have been shot by talc unless referred otherwise